Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

Καθέτως, οριζοντίως ...και πλαγίως: Νάουσες

Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος μαζευτήκαμε στην ταβέρνα Χάραμα στο Αρκοχώρι για μία δοκιμή κρασιών διαφόρων ποικιλιών και προελεύσεων με επίκεντρο πάντα το Ξινόμαυρο. Φέρνουμε δηλαδή τις δύο τρέχουσες χρονιές Ξινόμαυρου Νάουσας που κυκλοφορούν στην αγορά, μερικά παλαιωμένα Ξινόμαυρα και συμπληρώνουμε με ότι άλλο αρπάξουμε από την κάβα μας. Συνήθως υπάρχει και ένα πολύ καλό Αγιωργίτικο αλλά και καλά κρασιά του εξωτερικού ώστε ο ανταγωνισμός να είναι σκληρός.

Η γευσιγνωσία γίνεται κατά την διάρκεια γεύματος. Πρωτού περάσουμε στην δοκιμή του κάθε κρασιού κάνουμε μία σύντομη παρουσίαση όλων των παραγόντων που συνετέλεσαν στην δημιουργία του. Αυτό συμπεριλαμβάνει, τα εδαφικά και ποικιλιακά χαρακτηριστικά, τα χαρακτηριστικά της χρονιάς και τον τρόπο οινοποίησης. Αφού δοκιμαστεί το κάθε κρασί όλοι οι παρευρισκόμενοι εκφράζουν την γνώμη τους πάνω σε αυτό. Όταν όλοι έχουν πει την άποψή τους δίνεται από τον καθένα μία βαθμολογία από την οποία βγαίνει στο τέλος ένας μέσος όρος. Πολλά από αυτά που δοκιμάζουμε τα ξαναδοκιμάζουμε την επόμενη ημέρα για να δούμε την εξέλιξή τους. Πέρα από το κλασσικό team των πέντε του μπλογκ, στην δοκιμή συμμετείχαν και δύο Γιώργηδες. Ο πρώτος είναι οινολόγος και οινοπαραγωγός στην Νάουσα και ο δεύτερος εμπορεύεται μεσογειακά κρασιά και προϊόντα γαστρονομίας στο Παρίσι.

Ξεκινήσαμε με την Νάουσα 2009 του Διαμαντάκου το οποίο σε πρώτη φάση ήταν έντονα εκφραστικό αλλά πολύ γρήγορα έκλεινε και γίνονταν αρκετά ουδέτερο αρωματικά. Στο στόμα έδειχνε πως οι τανίνες έχουν αρχίσει να ισορροπούν με την οξύτητα αλλά θέλει ακόμη χρόνο στην φιάλη ώστε να δώσει ένα ολοκληρωμένο σύνολο. Να υπενθυμίσω πως το 2009 ήταν μία χρονιά που χαρακτηρίζεται σχετικά ψυχρή.

Ο Παλιοκαλιάς του 2009 ήταν σχετικά κλειστός αρωματικά αφού πριν ανοιχτεί υπέστη μία απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας του. Στο στόμα πάντως διατηρούσε μία εξαιρετική ορυκτή φρεσκάδα συνδυασμού των κλιματικών συνθηκών και των εδαφών από όπου προέρχεται. Την επόμενη μέρα πάντως, κατά γενική ομολογία όλων, δοκιμάζονταν πολύ καλύτερα.

Κλείσαμε τα 2009 με το Γη και Ουρανός το οποίο είχε πολύ καλή αρωματική ένταση και διάρκεια με αρώματα κέδρου και γλυκού κερασιού. Στο στόμα ήταν εξίσου δυναμικό αλλά σίγουρα θα πρέπει να περιμένουμε ακόμη αρκετό καιρό ώστε να το απολαύσουμε στα καλύτερα του. Μέχρι τότε ποιος το βρίσκει όμως...

Ανεβαίνοντας μία χρονιά επάνω περάσαμε στην Νάουσα 2010 του Διαμαντάκου το οποίο ήταν δείγμα από το χαρμάνι που βρίσκεται αυτήν στιγμή στην δεξαμενή. Αρωματικά είχε καλύτερη αρωματική διάρκεια από αυτό του '09 ενώ το στόμα έδινε μία αέρινη αίσθηση που τελείωνε αφήνοντας πολύ καλή επίγευση. Υπενθυμίζω πως το 2010 ήταν μία δύσκολη χρονιά με πολύ ξηρασία τον Αύγουστο και ατέλειωτες βροχές από τα τέλη Σεπτέμβρη έως τα τέλη Οκτώβρη.

Το Γη και Ουρανός του 2010 ήταν πιο απαλό αρωματικά σε σχέση με αυτό του '09 αλλά εξίσου δυναμικό και διαρκές στο στόμα. Προσωπικά βρήκα τα αρώματα του πιο πολύπλοκα από αυτά της προηγούμενης χρονιάς και ανυπομονώ να το ξαναδοκιμάσουμε τον χειμώνα δίπλα στο τζάκι!

Συνοψίζοντας τις δύο πρώτες χρονιές που δοκιμάσαμε θα πρέπει να πούμε πως ήταν δύο δύσκολες χρονιές - η κάθε μία για διαφορετικό λόγο- και είναι δύο χρονιές που θα παρουσιάσουν μεγάλο ενδιαφέρον στο μέλλον. Είναι επίσης χρονιές στις οποίες θα φανεί η μαγκιά του κάθε παραγωγού και το πόσο καλά μπορεί να αντιπαλέψει τις δύσκολες συνθήκες. Κατά κάποιο τρόπο, τέτοιου είδους χρονιές είναι και αυτές οι οποίες θα δείξουν ποιοι θα είναι αυτοί που θα συνεχίσουν ψηλά στα χρονιά που έρχονται και ποιοι θα χαθούν στην αφάνεια...

Τα κρασιά της βραδιάς
Ακολούθησε το 2006 του Διαμαντάκου το οποίο εμφάνιζε μεγάλη αρωματική πολυπλοκότητα και θύμιζε από κράνο μέχρι τρούφα ενώ υπήρχαν και πολύ όμορφες νύξεις από άνθη βιολέτας που το έκαναν να θυμίζει Pinot Noir της βουργουνδίας. Παρόλα αυτά η διάρκεια αυτών των αρωμάτων δεν ήταν μεγάλη και το ίδιο συνέβαινε και με την διάρκεια της επίγευσης. Το στόμα ήταν επίσης κοντό και μετά από αυτά που συζητήσαμε με τον παραγωγό αλλά και από αυτά που έχουμε συμπεράνει δοκιμάζοντας το κρασί σε πολύ τακτά χρονικά διαστήματα φαίνεται καθαρά πως αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό της περιοχής. Δίνει δηλαδή ξινόμαυρα που στα πρώτα χρόνια της ζωής τους είναι αρκετά φίνα αρωματικά και εύκολα να καταναλωθούν νέα σε σχέση με άλλα κρασιά της ίδιας ποικιλίας. Στερούνται όμως του μεγάλου δυναμικού παλαίωσης που χαρακτηρίζει την ποικιλία. Ένα ακόμη στοιχείο όμως που θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας είναι πως το 2006 ήταν μία πολύ δύσκολη χρονιά για την περιοχή της Νάουσας με αρκετές βροχές και χαμηλές θερμοκρασίες. Τέλος δεν πρέπει να ξεχνάμε πως είναι από τις πρώτες χρονιές που ο παραγωγός ανέλαβε εξ ολοκλήρου την οινοποίηση και έχει ακόμη μπροστά του δρόμο μέχρι να τελειοποιήσει την τεχνική και τις μεθόδους του.

Τρεις χρονιές παρακάτω, το Γη και Ουρανός του 2003 ήταν αρωματικά μέχρι τώρα το πιο γήινο της δοκιμής χωρίς να έχει χάσει όμως πολύ από το φρούτο του. Στο στόμα η οξύτητες ήταν ακόμη σε εξαιρετικά επίπεδα και οι τανίνες έδειχναν πως χρόνο με το χρόνο λιώνουν αργά αλλά σταθερά. Η πρώτη εμφιάλωση του παραγωγού κάθε φορά που την δοκιμάζουμε επιβεβαιώνει την ρήση "η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται"!

Ακολούθησε η Ράμνιστα του 2000. Χρονιά αγαπημένη για το κρασί αυτό αφού στην Γαλλία το είχα παρουσιάσει σε αρκετές δοκιμές σαν αιχμή του δόρατος του ελληνικού κρασιού με μεγάλη επιτυχία. Στην μύτη αρχικά έβγαζε ωραία αρώματα ντομάτας με γήινες νότες τρούφας. Γρήγορα όμως άρχισε να πέφτει και να εμφανίζει σημάδια κούρασης. Το στόμα ήταν πολύ πιο κάτω από τις προσδοκίες αλλά και από αυτό που φανέρωνε η μύτη. Ασύνδετο, με σφιχτό και δύσκολο τελείωμα έδειχνε πως κάτι δεν είχε πάει καλά. Πιθανότατα αυτό να συνέβη γιατί σε κάποια στάδιο της ζωής της φιάλης υπήρξαν κακές συνθήκες συντήρησης. Δυστυχώς αυτό είναι ένα φαινόμενο που συμβαίνει σε αρκετά κρασιά και ειδικά σε παλαιωμένα των οποίων την διαδρομή μέχρι το τραπέζι μας αγνοούμε. Αναρωτιέμαι πόσα χέρια να είχε αλλάξει άραγε αυτή η Ράμνιστα προτού να φτάσει στο ποτήρι μας...

Στην ίδια χρονιά δοκιμάστηκε επίσης και ο Πήγασος του Μαρκοβίτη. Στην αρχή η μύτη ήταν ελαφρώς αναγωγική αλλά γρήγορα άρχισε να δείχνει έναν πιο καθαρό χαρακτήρα που είχε αντέξει πάρα πολύ καλά το πέρασμα του χρόνου. Στο στόμα διατηρούσε ακόμη την ζωντάνια του και τον δυναμισμό του ενώ οι τανίνες του ωριμάζουν αργά αργά δίνοντας του την προοπτική να κρατηθεί στο επίπεδο αυτό για τουλάχιστον πέντε ακόμη χρόνια.

Η "διαγώνια" δοκιμή των Ξινομαύρων της Νάουσας έκλεισε με αυτήν του Μελιτζανή του 1995 αλλά δυστυχώς το κρασί αυτό δεν είχε κρατήσει στο χρόνο. Όταν ανοίχτηκε δοκιμάζονταν ακόμη αρκετά καλά αλλά η πολύ ζέστη σε συνδυασμό με την μεταφορά του μέχρι το Αρκοχώρι το αποτελείωσαν. Για αυτό λοιπόν είναι καλό να μην πολυ-ταλαιπωρούμε τις παλιές φιάλες, να τις δοκιμάζουμε επί τόπου, να αποφεύγουμε τις πολλές αλλαγές κλίσης και τις πολλές μετακινήσεις γενικότερα...

Κάπως έτσι ολοκληρώθηκε το πρώτο μέρος των δοκιμών μας. Το ξινόμαυρο επιβεβαίωσε για ακόμη μία φορά πως είναι μία ποικιλία η οποία επηρεάζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τους παράγοντες που συντελούν στην δημιουργία του. Κάθε χρονιά δίνει πολύ έντονο το στίγμα της, κάθε παραγωγός αποτυπώνει το στυλ του και κάθε αμπελοτεμάχιο φανερώνει ξεχωριστά χαρακτηριστικά. Έτσι, η Νάουσα με το Ξινόμαυρο παρουσιάζει μία πολυ μεγάλη ποικιλομορφία που την κατατάσσει στην λίστα με τις πιο ενδιαφέρουσες περιοχές του οινικού κόσμου!

Το δεύτερο μέρος της βραδιάς περιλάμβανε όλα τα υπόλοιπα κόκκινα αλλά και μερικά λευκά από διάφορα μέρη του κόσμου...

Δεν υπάρχουν σχόλια: